icon

Αποκτήστε το Runner σε ψηφιακή μορφή

στο Readpoint.gr

Νέα

Η απίθανη ιστορία του Elijah Lagat

Runner Magazine Η απίθανη ιστορία του Elijah Lagat

Ήταν Απρίλης του 2000 και η 104η διοργάνωση του Μαραθώνιου της Βοστόνης και φυσικά δεκάδες κορυφαίοι δρομείς είχαν πάρει τη θέση τους στη γραμμή της εκκίνησης στο περιβόητο Χόπκιντον.

Ανάμεσα τους, και ο 34χρονος Κενυάτης Ελάιτζα Λάγκατ, ο οποίος ήταν ήδη γνωστός καθώς τρία χρόνια νωρίτερα είχε κερδίσει το Μαραθώνιο του Βερολίνου πετυχαίνοντας μάλιστα νέο προσωπικό ρεκόρ, 2:07:41.

Λίγο αργότερα, κι έπειτα από μία πολύ σκληρή μάχη με τον συμπατριώτη του Μόουζες Τανούι, αλλά και τον Αιθίοπα Γκεζάνε Αμπέρα κατάφερε να κερδίσει και τον Boston Marathon, ίσως στον πιο αμφίρροπο τερματισμό όλων των εποχών, αφού Λάγκατ και Αμπέρα σημειώσαν τον ίδιο χρόνο, 2:09:47, ενώ ο Τανούι ακολούθησε μόλις 3 δευτερόλεπτα πιο πίσω.

Αυτό που κάνει την ιστορία του Ελάιτζα Λάγκατ να διαφέρει από άλλες των, ομολογουμένως, πολλών συμπατριωτών του που διακρίνονται σε δρόμους αντοχής και στον Μαραθώνιο, είναι ο λόγος που τον οδήγησε στο τρέξιμο.

Κι αυτό γιατί το 1992, κι ενώ ο Eλάιτζα εργαζόταν ως επιθεωρητής σε σχολεία για λογαριασμό του Υπουργείο Παιδείας της χώρας του, ο γιατρός του σύστησε να ξεκινήσει να τρέχει για να χάσει βάρος. Τότε ζύγιζε 72 κιλά, ενώ είχε υψηλό ποσοστό λίπους.

Πράγματι, ο 27χρονος, τότε, Κενυάτης περίμενε την 1η του Ιανουαρίου (1993) για να αρχίσει να τρέχει.  Οι προπονήσεις του γίνονταν μετά τη δουλειά και την πρώτη εβδομάδα διένυσε περίπου 21 χλμ.

Την επόμενη χρονιά έλαβε μέρος σε έναν τοπικό αγώνα μικρής απόστασης και τα πήγε περίφημα. Τότε ήταν που τα πράγματα άρχισαν να... σοβαρεύουν.

Ένα χρόνο αργότερα έτρεξε στον London Marathon σημειώνοντας μία επίδοση κάτω από 2:20 κάτω από αρκετά κακές καιρικές συνθήκες, το 1995 έκανε αισθητή την παρουσία του τερματίζοντας δεύτερος σε 2:12 στη Φρανκφούρτη, ενώ το 1997 κέρδισε τον Μαραθώνιο της Πράγας και μία χρονιά αργότερα του Βερολίνου.

Το 2000 ήρθε η σειρά της Βοστόνης, αναδεικνύοντας τον Λάγκατ ως έναν από τους πιο επιτυχημένους δρομείς της εποχής του. Η συνέχεια, βέβαια, δεν ήταν η καλύτερη για τον Λάγκατ, χωρίς, ωστόσο, να φταίει απόλυτα ο ίδιος. Κι αυτό γιατί αρχικά ανακοινώθηκε πως θα αγωνιζόταν στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϋ με την εθνική ομάδα της Κένυας, όμως, στη συνέχεια βγήκε από την ομάδα καθώς θεωρήθηκε πως δεν ήταν κατάλληλος (μαζί με τους άλλους δύο δρομείς που είχαν επιλεγεί).

Τελικά, λίγο πριν τους Αγώνες, κι επειδή το ένα μέλος τραυματίστηκε, ο Ελάιτζα κλήθηκε να αγωνιστεί στο Σίδνεϋ όμως εκεί δεν ήταν σε καλή κατάσταση και τελικά εγκατέλειψε. Η ειρωνεία είναι πως νικητής στον Ολυμπιακό Μαραθώνιο ήταν τελικά ο Αιθίοπας Αμπέρα, ο οποίος είχε χάσει στο νήμα στη Βοστόνη από τον Λάγκατ.

Η ιστορία του Λάγκατ έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Ο ίδιος θεωρεί πως προφανώς είχε ένα μεγάλο ταλέντο στο τρέξιμο και γι' αυτό από υπάλληλος του υπουργείου παιδείας, μέσα σε λίγα χρόνια έγινε επαγγελματίας δρομέας. Η αλήθεια είναι πως, σύμφωνα και με τον καθηγητή Γιάννη Πιτσιλαδή που μελέτησε για χρόνια της ζωή των Κενυατών της φυλής των Ναντί (είναι η φυλή από όπου προέρχονται οι περισσότεροι Κενυάτες δρομείς, ανάμεσά τους και ο Ελάιτζα Λάγκατ) η καθημερινή έντονη άσκηση και μάλιστα σε μεγάλα υψόμετρα στην παιδική ηλικία είναι αυτή που δίνει στους Κενυάτες δρομείς το μεγάλο πλεονέκτημα στη συνέχεια.

Η ιστορία του Ελάιτζα Λάγκατ πάντως, ο οποίος από τα 72 κιλά έφτασε να κερδίσει τον Μαραθώνιο της Βοστόνης με 56 κιλά θα αποτελεί για πάντα μία ξεχωριστή ιστορία που θα εμπνέει και αποδεικνύει πως το τρέξιμο μπορεί να αλλάξει τη ζωή μας. Ακόμα κι αν δεν κερδίσουμε τη Βοστόνη...

Προσοχή όμως! Τίποτα δεν κρατά για πάντα, ιδιαίτερα όταν δεν το συντηρείς. Σήμερα ο Ελάιτζα Λάγκατ έχει αφήσει το τρέξιμο καθώς ασχολείται με την πολιτική στη χώρα του και φαίνεται να έχει ξεπεράσει ίσως και τα 100 κιλά...